σφραγίδα
η, ουσ.
- α) ανάγλυφη μήτρα με την αρνητική εικόνα των παραστάσεων ή των γραμμάτων που αποτυπώνονται κατά το σφράγισμα εγγράφων, στάμπα, β) το αποτύπωμα της μήτρας
- το σήμα ένος εμπορικού προϊόντος που πιστοποιεί την γνησιότητά του.
Ετυμολογία
< αρχ. σφραγίς, αιτ. -ίδα.
Σύνθετα
σφραγιδόλιθος, σφραγιδογραφία, σφραγιδογλυφία, σφραγιδοκύλινδρος, σφραγιδοφύλακας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφραγίδα», σ. 812. https://navalhistory.gr/lexiko/σφραγιδα/