navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στραβορόκανο

στραβορόκανο

το, ουσ.

στραβορόκανο, εικόνα από το έντυπο

(εργαλ.) ξυλουργικό εργαλείο [είδος ροκανιού] χρήσιμο για τη λείανση κοίλων επιφανειών.

Ετυμολογία

< στραβό + ροκάν(ι) [δες λ.] -ο-.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στραβορόκανο», σ. 790. https://navalhistory.gr/lexiko/στραβοροκανο/