συμβάλλομαι
ρ. [αμετβ.]
συνάπτω σύμβαση, κάνω δηλ. συμφωνία με κάποιον με σκοπό την υλοποίηση μίας κοινής δράσης ή ενός κοινού στόχου, [μτχ. συμβεβλημένος = αυτός που έχει υπογράψει συμφωνία με κάποιο ασφαλιστικό οργανισμό, ταμείο, υπηρεσία υγείας κ.λπ. συνών. συμβαλλόμενος, αντών. ασύμβλητος].
Ετυμολογία
< αρχ. σύν + βάλλω, -ομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συμβάλλομαι», σ. 797. https://navalhistory.gr/lexiko/συμβαλλομαι/