συλλογικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που σχετίζεται με μια οργανωμένη ομάδα ατόμων ή πραγμάτων, συνών. ομαδικός, αντών. ατομικός, (φρ.) «συλλογική σύμβαση εργασίας», γραπτό κείμενο που καθορίζει τους όρους εργασίας και τις σχέσεις των εργαζομένων με τους εργοδότες, «συλλογικές διαφορές», οι αντιπαραθέσεις που προκύπτουν μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, «συλλογικό όργανο», τα πρόσωπα εκείνα που συνθέτουν το διοικητικό συμβούλιο συνδικαλιστικής οργάνωσης, «συλλογική ηγεσία / μνήμη / ασυνείδητο».
Ετυμολογία
< συλλέγω.
Επιρρήματα
συλλογικά [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συλλογικός», σ. 797. https://navalhistory.gr/lexiko/συλλογικοσ/