σύμβαση
η, ουσ.
γραπτό κείμενο, που έχει δεσμευτικό χαρακτήρα [δικαιοπραξία] ανάμεσα στα διάφορα υπογράφοντα μέρη, (φρ.) «σύμβαση αποζημίωσης / ναυτολόγησης / εργασίας / αορίστου - ορισμένου χρόνου / πώλησης / ασφάλειας ζωής στη θάλασσα / μαθητείας / της Χάγης / της Βιέννης / του Ελσίνκι [ή Τελική Πράξη του Ελσίνκι]», «δημόσια / πολυμερής / κλαδική / διεθνής σύμβαση», (εκφρ.) «διεθνής σύμβαση για τα δικαιώματα του Παιδιού – για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία - για την Κατάργηση κάθε Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων».
Ετυμολογία
< αρχ. σύμβασις, [= συμφωνία, διευθέτηση, συνθήκη] < συμβαίνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύμβαση», σ. 797. https://navalhistory.gr/lexiko/συμβαση/