navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ατομικός

ατομικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που ανήκει αποκλειστικά σε κάποιον άνθρωπο, που είναι καθαρά προσωπικός, ιδιωτικός
  2. αυτός που σχετίζεται με άτομα της ύλης, 3.(φρ.) «ατομική θεωρία / ψυχολογία / βόμβα / ιδιοκτησία / σχολή / ενέργεια / στήλη», «ατομικός αριθμός», «ατομικά όπλα».

Ετυμολογία

< αρχ. ἄτομον, ουδ. του επιθ. ἄτομος [= άκοπος, αδιαίρετος].

Παράγωγα

ατομικεύω, ατομικισμός, ατομικιστής, ατομικότητα.

Επιρρήματα

ατομικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατομικός», σσ. 132-133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατομικοσ/