ατομικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ανήκει αποκλειστικά σε κάποιον άνθρωπο, που είναι καθαρά προσωπικός, ιδιωτικός
- αυτός που σχετίζεται με άτομα της ύλης, 3.(φρ.) «ατομική θεωρία / ψυχολογία / βόμβα / ιδιοκτησία / σχολή / ενέργεια / στήλη», «ατομικός αριθμός», «ατομικά όπλα».
Ετυμολογία
< αρχ. ἄτομον, ουδ. του επιθ. ἄτομος [= άκοπος, αδιαίρετος].
Παράγωγα
ατομικεύω, ατομικισμός, ατομικιστής, ατομικότητα.
Επιρρήματα
ατομικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατομικός», σσ. 132-133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατομικοσ/