navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στατικός

στατικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. α) αυτός που ανήκει ή που αναφέρεται στη στάση β) αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας
  2. (φρ.) [φυσ.] «στατικός ηλεκτρισμός», είναι η ανισοκατανομή ηλεκτρικού φορτίου σε ένα άτομο ή μόριο, «στατικός μετατροπέας / έλεγχος»,
  3. (φυσ.) [το θηλ. ως ουσ.] Στατική, κλάδος της μηχανικής που ασχολείται με τη μελέτη των σωμάτων που βρίσκονται σε ισορροπία.

Ετυμολογία

< αρχ. στατικός.

Επιρρήματα

στατικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στατικός», σ. 782. https://navalhistory.gr/lexiko/στατικοσ/