στατικός
-ή, -ό, επίθ.
- α) αυτός που ανήκει ή που αναφέρεται στη στάση β) αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας
- (φρ.) [φυσ.] «στατικός ηλεκτρισμός», είναι η ανισοκατανομή ηλεκτρικού φορτίου σε ένα άτομο ή μόριο, «στατικός μετατροπέας / έλεγχος»,
- (φυσ.) [το θηλ. ως ουσ.] Στατική, κλάδος της μηχανικής που ασχολείται με τη μελέτη των σωμάτων που βρίσκονται σε ισορροπία.
Ετυμολογία
< αρχ. στατικός.
Επιρρήματα
στατικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στατικός», σ. 782. https://navalhistory.gr/lexiko/στατικοσ/