navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σταθμά

σταθμά

τα, ουσ. [χωρίς ενικ.]

σταθμά, εικόνα από το έντυπο

(φυσ.) μεταλλικά βαρίδια, συγκεκριμένου βάρους σε γραμμάρια με ποικίλες κατασκευαστικές επιλογές, συνήθως μπρούτζινα, με τα οποία επιτυγχάνουμε σε ρωμαϊκό τύπο ζυγαριάς τη μέτρηση του βάρους ενός αντικειμένου ή ενός προϊόντος, συνών. βαρίδια, ζύγια, δράμια.

Ετυμολογία

< αρχ. σταθμά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σταθμά», σ. 780. https://navalhistory.gr/lexiko/σταθμα/