navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στίλβη

στίλβη

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. η στιλπνότητα, συνών. λαμπρότητα, λάμψη, αντών. θαμπάδα, μουντάδα
  2. (μετεωρ.) αστρονομικό φαινόμενο κατά το οποίο παρουσιάζεται μια συνεχής και γρήγορη μεταβολή στη λαμπρότητα και στο χρώμα των απλανών αστέρων, η μαρμαρυγή, το τρεμοφέγγισμα.

Ετυμολογία

< μτγν. στιλβ(ῶ).

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στίλβη», σ. 787. https://navalhistory.gr/lexiko/στιλβη/