στίλβη
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- η στιλπνότητα, συνών. λαμπρότητα, λάμψη, αντών. θαμπάδα, μουντάδα
- (μετεωρ.) αστρονομικό φαινόμενο κατά το οποίο παρουσιάζεται μια συνεχής και γρήγορη μεταβολή στη λαμπρότητα και στο χρώμα των απλανών αστέρων, η μαρμαρυγή, το τρεμοφέγγισμα.
Ετυμολογία
< μτγν. στιλβ(ῶ).
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στίλβη», σ. 787. https://navalhistory.gr/lexiko/στιλβη/