navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σαμποτέρ

σαμποτέρ

ο, άκλ. και σαμποταριστής, ο, ουσ.

(στρατ.) αυτός που κάνει σαμποτάζ [δες λ.], δολιοφθορέας.

Ετυμολογία

< γαλλ. saboteur [= σαμποτάρω, δες λ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαμποτέρ», σ. 744. https://navalhistory.gr/lexiko/σαμποτερ/