σαμποτάρω
ρ. [μετβ.]
- (στρατ.) προκαλώ καταστροφή σε εγκαταστάσεις του εχθρού
- (σε περίοδο ειρήνης) α) παρεμποδίζω σκόπιμα τις εργασίες, β) προσπαθώ με κάθε τρόπο να οδηγήσω σε αποτυχία διάφορες δημιουργικές ή παραγωγικές προσπάθειες.
Ετυμολογία
< γαλλ. saboter < sabot [= παλιό παπούτσι].
Παράγωγα
σαμποτάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαμποτάρω», σ. 744. https://navalhistory.gr/lexiko/σαμποταρω/