σάλπισμα
το, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαλπίζω: α) ο ήχος της σάλπιγγας, καθώς και β) το στρατιωτικό παράγγελμα που δίνεται με σάλπιγγα, γ) σάλπισμα για: προσοχή, έπαρση της σημαίας, κλήση επιθεώρησης, έναρξη μαθημάτων – εργασιών – ασκήσεων, έγερση πληρώματος, πρόσκληση αγήματος – αξιωματικών, συσσίτιο, προετοιμασία αγκυροβόλησης, εγκατάλειψη πλοίου, κατάκλιση, υποστολή σημαίας κ.ά.
Ετυμολογία
< σαλπίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σάλπισμα», σ. 743. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλπισμα/