navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρυτός,2

ρυτός,2

-ή, -όν, επίθ.

αυτός που τον τραβούν, που τον σέρνουν.

Ετυμολογία

< ῥυτός < ἐρύω [= σέρνω κατά μήκος του εδάφους, έλκω, τραβώ με βία, καθελκύω καράβι στη θάλασσα ή το ανελκύω στην ξηρά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρυτός,2», σ. 737. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυτοσ-2/