ρύψη
η, ουσ.
πλύσιμο βρόμικου πράγματος, καθάρισμα.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥύπτω [= απομακρύνω τη βρωμιά απ’ τα ενδύματά μου, καθαρίζω, πλένω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρύψη», σσ. 737-738. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυψη/