πυρέξ
το, άκλ. ουσ.
- (τεχνολ.) τύπος γυαλιού με υψηλή αντοχή στη θερμότητα αλλά και στις απότομες αλλαγές της θερμοκρασίας
- (συνεκδ.) οτιδήποτε είναι κατασκευασμένο από το παραπάνω υλικό.
Ετυμολογία
< αγγλ. Pyrex [εμπορική ονομασία] < αρχ. πῦρ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρέξ», σ. 717. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρεξ/