navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πυρέξ

πυρέξ

το, άκλ. ουσ.

  1. (τεχνολ.) τύπος γυαλιού με υψηλή αντοχή στη θερμότητα αλλά και στις απότομες αλλαγές της θερμοκρασίας
  2. (συνεκδ.) οτιδήποτε είναι κατασκευασμένο από το παραπάνω υλικό.

Ετυμολογία

< αγγλ. Pyrex [εμπορική ονομασία] < αρχ. πῦρ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρέξ», σ. 717. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρεξ/