navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πύραυλος

πύραυλος

ο, ουσ.

πύραυλος, εικόνα από το έντυπο

(τεχνολ.)

  1. αεροδυναμικό όχημα που κινείται στην ατμόσφαιρα ή το κενό με μεγάλη ταχύτητα αξιοποιώντας τα αέρια που προέρχονται από την καύση στερεών ή υγρών καυσίμων, (φρ.) «προωθητικός / τηλεκατευθυνόμενος / σύνθετος πύραυλος»,
  2. βλήμα αυτοπροωθούμενο που κινείται με τεράστια ταχύτητα, (φρ.) «πύραυλος μικρού - μεσαίου - μεγάλου βεληνεκούς / διηπειρωτικός / τακτικός / στρατηγικός / πυρηνικός / βαλλιστικός / αντιαεροπορικός / υπερηχητικός / εδάφους αέρος / εδάφους εδάφους / αέρος εδάφους / αέρος αέρος» κ.λπ.
  3. (φρ.) «γίνομαι πύραυλος», εξαφανίζομαι με μεγάλη ταχύτητα
  4. είδος πυροτεχνήματος, συνών. ρουκέτα
  5. παγωτό σε χωνάκι.

Ετυμολογία

< αρχ. πῦρ + αὐλός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πύραυλος», σ. 716. https://navalhistory.gr/lexiko/πυραυλοσ/