πύραυλος
ο, ουσ.

(τεχνολ.)
- αεροδυναμικό όχημα που κινείται στην ατμόσφαιρα ή το κενό με μεγάλη ταχύτητα αξιοποιώντας τα αέρια που προέρχονται από την καύση στερεών ή υγρών καυσίμων, (φρ.) «προωθητικός / τηλεκατευθυνόμενος / σύνθετος πύραυλος»,
- βλήμα αυτοπροωθούμενο που κινείται με τεράστια ταχύτητα, (φρ.) «πύραυλος μικρού - μεσαίου - μεγάλου βεληνεκούς / διηπειρωτικός / τακτικός / στρατηγικός / πυρηνικός / βαλλιστικός / αντιαεροπορικός / υπερηχητικός / εδάφους αέρος / εδάφους εδάφους / αέρος εδάφους / αέρος αέρος» κ.λπ.
- (φρ.) «γίνομαι πύραυλος», εξαφανίζομαι με μεγάλη ταχύτητα
- είδος πυροτεχνήματος, συνών. ρουκέτα
- παγωτό σε χωνάκι.
Ετυμολογία
< αρχ. πῦρ + αὐλός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πύραυλος», σ. 716. https://navalhistory.gr/lexiko/πυραυλοσ/