πρωινό
το, ουσ.
- το πρωί
- το πρόγευμα.
Ετυμολογία
< ουσιαστικοποιημένο ουδ. του μτγν. επιθ. πρωϊνός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρωινό», σ. 712. https://navalhistory.gr/lexiko/πρωινο/