navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρωινό

πρωινό

το, ουσ.

  1. το πρωί
  2. το πρόγευμα.

Ετυμολογία

< ουσιαστικοποιημένο ουδ. του μτγν. επιθ. πρωϊνός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρωινό», σ. 712. https://navalhistory.gr/lexiko/πρωινο/