Πρέσπα
η, ουσ.
(γεωγρ.) καθεμία από τις δύο ομώνυμες λίμνες, «Μεγάλη και Μικρή Πρέσπα».
Ετυμολογία
< σλαβ. Prëspa < παλαιότ. σλαβ. sbpo [= συγκεντρώνω, γεμίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Πρέσπα», σ. 697. https://navalhistory.gr/lexiko/πρεσπα/