προξενικός
-ή, -ό
αυτός που σχετίζεται με τον πρόξενο ή το προξενείο, (φρ.) «προξενική αρχή / σύμβαση / σημαία», «προξενικός λειτουργός / υπάλληλος / λιμενάρχης / οδηγός / πράκτορας / γιασακτσής (< τουρκ. λ.) [δηλ. α) προσωπικός φρουρός επισήμων ή διπλωματών, β) κλητήρας, καβάσης]», «Προξενικά Τέλη και Δικαιώματα».
Ετυμολογία
< μτγν. προξενικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προξενικός», σσ. 703-704. https://navalhistory.gr/lexiko/προξενικοσ/