πρόξενος
ο, ουσ.
επίσημος αντιπρόσωπος κράτους σε ξένη χώρα, επιφορτισμένος με καθήκοντα προστασίας των εμπορικών, ναυτικών, οικονομικών, κ.ά. συμφερόντων της χώρας αποστολής του, καθώς και για την εξέταση θεμάτων που αφορούν τους εκεί υπηκόους της, (φρ.) «γενικός / επίτιμος / αναπληρωματικός / τακτικός / έμμισθος / άμισθος πρόξενος», (λογοτ.) «Ο επίτιμος πρόξενος», πεζογράφημα του Graham Greene, εκδ. Πόλις και εκδ. Νεφέλη.
Ετυμολογία
< αρχ. πρόξενος, με αρχική σημασία επίσημος ξένος, πρεσβευτής, προστάτης.
Σύνθετα
υποπρόξενος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρόξενος», σ. 704. https://navalhistory.gr/lexiko/προξενοσ/