προξενείο
το, ουσ.
- το οίκημα στο οποίο στεγάζεται η προξενική αρχή
- (συνεκδ.) η προξενική υπηρεσία.
Ετυμολογία
< πρόξεν(ος) -είον, μτφρδ. από τη γαλλ. consulat.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προξενείο», σ. 703. https://navalhistory.gr/lexiko/προξενειο/