προεξοφλώ
ρ. [μετβ.]
- εξοφλώ ένα χρέος, πριν από τη λήξη της καθορισμένης προθεσμίας, συνών. προπληρώνω
- καταβάλλω ή εισπράττω ένα χρηματικό ποσό ή την αξία ενός τίτλου ή μιας εντολής πριν από την καθορισμένη ημερομηνία, εξόφλησης
- (μτφ.) αποφαίνομαι για κάτι εκ των προτέρων. συνών. προδικάζω.
Ετυμολογία
< προ + εξοφλώ.
Παράγωγα
προεξοφλητής > προεξοφλητικός, προεξόφληση, προεξοφλητέος, προεξοφλήσιμος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προεξοφλώ», σ. 701. https://navalhistory.gr/lexiko/προεξοφλω/