navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προεξοφλώ

προεξοφλώ

ρ. [μετβ.]

  1. εξοφλώ ένα χρέος, πριν από τη λήξη της καθορισμένης προθεσμίας, συνών. προπληρώνω
  2. καταβάλλω ή εισπράττω ένα χρηματικό ποσό ή την αξία ενός τίτλου ή μιας εντολής πριν από την καθορισμένη ημερομηνία, εξόφλησης
  3. (μτφ.) αποφαίνομαι για κάτι εκ των προτέρων. συνών. προδικάζω.

Ετυμολογία

< προ + εξοφλώ.

Παράγωγα

προεξοφλητής > προεξοφλητικός, προεξόφληση, προεξοφλητέος, προεξοφλήσιμος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προεξοφλώ», σ. 701. https://navalhistory.gr/lexiko/προεξοφλω/