προθάλαμος
ο, ουσ.
- χώρος μπροστά από τα κυρίως δωμάτια
- χώρος υποδοχής και αναμονής πριν από τις κυρίως αίθουσες σε δημόσιες υπηρεσίες, γραφεία, ιατρεία
- (μηχανολ.) βοηθητικός θάλαμος που παρεμβάλλεται στους κινητήρες εσωτερικής καύσης μεταξύ του εγχυτήρα καυσίμου και του κυλίνδρου στις μηχανές εσωτερικής καύσης τύπου ντήζελ.
Ετυμολογία
< προ- + θάλαμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προθάλαμος», σ. 701. https://navalhistory.gr/lexiko/προθαλαμοσ/