προπληρώνω
ρ. [μετβ.]
προκαταβάλλω την αξία κάποιου αντικειμένου ή του μισθού για προσφερόμενη μελλοντική εργασία.
Ετυμολογία
< προ + πληρώνω.
Παράγωγα
προπληρωμή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προπληρώνω», σ. 704. https://navalhistory.gr/lexiko/προπληρωνω/