ποσειδώνιο
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]

(χημ.) τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 93, ταυτόσημο με το νεπτούνιο.
Ετυμολογία
< μτφρδ. από το νεολατιν. neptunium < Neptune [= ο πλανήτης *Ποσειδώνας] < λατιν. Neptune [= ο θεός Ποσειδώνας].
Μυθολογια
Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας, γιος του Κρόνου και της Ρέας, αδελφός του Δία, της Εστίας, της Ήρας, της Δήμητρας και του Πλούτωνα (Ησίοδ. Θεογ. 453-467), πατέρας πολλών παιδιών από την ένωσή του με διάφορες θνητές ή αθάνατες γυναίκες. Τον συναντούμε σε πολλούς μύθους να πρωταγωνιστεί και ν’ αποδίδει δικαιοσύνη στα πρόσωπα που παραβιάζουν τους ηθικούς νόμους της ζωής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποσειδώνιο», σσ. 691-692. https://navalhistory.gr/lexiko/ποσειδωνιο/