πλειάδα
η, ουσ.
- σύνολο από πολλά άτομα με συγκεκριμένη ιδιότητα και επιδίωξη, συνών. πλήθος
- [ως κύρ. όν.:] Πλειάδα, ομάδα επτά ποιητών ή συγγραφέων της ίδιας εποχής που τους χαρακτηρίζει η ταύτιση του λογοτεχνικού ύφους τους
- (πληθ.) *Πλειάδες, α) (αστρον.) ομάδα επτά αστεριών στον αστερισμό του Άτλαντα, β) (μυθολ.) όνομα καθεμιάς από τις εφτά αδελφές που θεοποιήθηκαν κι έγιναν τα επτά αστέρια του ομώνυμου αστερισμού.
Ετυμολογία
< αρχ. Πλειάς, γεν. -άδος [= η Πούλια], το πιθανότερο από το ρ. πλέω [= ταξιδεύω] γιατί η εμφάνιση των αστέρων συνέπιπτε με το ξεκίνημα της περιόδου των ναυτικών ταξιδιών ή της καθημερινής αναχώρησης και επιστροφής τους από το ψάρεμα.
Μυθολογια
Πλειάδες, κόρες του Γίγαντα Άτλαντα και της Ωκεανίδας Πλειόνης. Τα ονόματά τους: Αλκυόνη, Μερόπη, Αστερόπη, Ηλέκτρα, Ταϋγέτη, Μαία και Κελαινώ. Γυναικείες θεότητες, που αγάπησαν την παρθενία και θέλησαν να είναι συντρόφισσες της θεάς Άρτεμης. Το ερωτικό πάθος, όμως, ενός κυνηγού, του Ωρίωνα, τις ανάγκασε να ζητήσουν από τον Δία τη σωτηρία τους, κι εκείνος για να πραγματοποιήσει την επιθυμία τους, τις μεταμόρφωσε πρώτα σε περιστέρια κι αργότερα σε αστέρια.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλειάδα», σ. 671. https://navalhistory.gr/lexiko/πλειαδα/