navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πολύαστρος

πολύαστρος

-η, -ο, επίθ.

(αστρον.) αυτός που έχει πολλά άστρα [ενν. για τον ουρανό], συνών. κατάστερος.

Ετυμολογία

< πολύ- + άστρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολύαστρος», σ. 682. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυαστροσ/