πίτυλος
ο, ουσ.
κτύπος: α) ο παραγόμενος ήχος από το κτύπημα των κουπιών ή από τη θραύση των κυμάτων επί του σκάφους, πλατάγισμα, β) ο παφλασμός, ο ήχος των κυμάτων στο ακρογιάλι, συνών. αναμόμολα, γ) (αρχ.) ρυθμική κίνηση των χεριών κατά την διάρκεια της κωπηλασίας.
Ετυμολογία
< αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως η λ. συνδέεται με το ρ. πίπτω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίτυλος», σ. 667. https://navalhistory.gr/lexiko/πιτυλοσ/