navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πελεκάνος

πελεκάνος

ο, ουσ.

(επάγγ.) [λαϊκότροπα] αυτός που πελεκά ξύλα ή πέτρες, ξυλουργός ή λιθοξόος.

Ετυμολογία

< πελεκώ + -άνος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πελεκάνος», σ. 648. https://navalhistory.gr/lexiko/πελεκανοσ/