πελάτης
ο, πελάτισσα, η, ουσ.
- το πρόσωπο εκείνο που επισκέπτεται έναν επαγγελματικό χώρο ως αγοραστής
- ο τακτικός θαμώνας ενός κέντρου διασκέδασης.
Ετυμολογία
< αρχ. πελάτης [= το πρόσωπο εκείνο που πλησιάζει έναν ισχυρό παράγοντα για να ζητήσει την προστασία του].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πελάτης», σ. 648. https://navalhistory.gr/lexiko/πελατησ/