πελέκι
[μσν.] το, και πέλεκυς, [αρχ.] ο, και πέλεκας, ο, ουσ.
- το τσεκούρι, κοπτικό εργαλείο που αποτελείται από ξύλινη ή μεταλλική ράβδο και ανθεκτική μεταλλική κορυφή, χρηστικό εργαλείο καραβομαραγκών και ξυλοκόπων, συνών. μπαλτάς
- (μτφ.) δύναμη που τιμωρεί σκληρά, (φρ.) «ο πέλεκυς της δικαιοσύνης».
Ετυμολογία
< αρχ. πέλεκυς. γεν. πέλεκυ και πελέκεως, αιτ. πέλεκυ, πληθ. πελέκεις, γεν. πελέκεων, αιτ. πελέκεις.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πελέκι», σ. 649. https://navalhistory.gr/lexiko/πελεκι/