παύλα
η, ουσ.
- (γραμμ.) σημείο στίξης (-) με το οποίο δηλώνεται ο συλλαβισμός της λ. ή με δύο παύλες που απομονώνουν ένα τμήμα του λόγου, ή με μεγάλη παύλα ως αρχή διαλόγου
- γραφικό σημείο με τη μορφή παύλας σε διάφορες χρήσεις όπως στο αλφάβητο μορς ή με δύο παράλληλες παύλες το σημείο της ισότητας (=).
Ετυμολογία
< αρχ. παῦλα [= σταμάτημα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παύλα», σ. 645. https://navalhistory.gr/lexiko/παυλα/