παντογράφος
ο, ουσ.
όργανο που χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή με μηχανικό τρόπο σχεδίων, χαρτών κ.λπ. σε διαφορετική είτε στην ίδια κλίμακα, συνών. ομοιογράφος.
Ετυμολογία
< παντο- [γεν. παντός] < αρχ. πᾶς [= όλος] + γράφ(ω) -ος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παντογράφος», σ. 627. https://navalhistory.gr/lexiko/παντογραφοσ/