παγερός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που είναι πολύ κρύος, υπερβολικά ψυχρός, αντών. θερμός, ζεστός, καυτός
- (μτφ.) έτσι χαρακτηρίζεται αυτός που επιδεικνύει αδιάφορη συμπεριφορά ή διατηρεί σταθερά ανέκφραστο ύφος ή που εμφανίζει έλλειψη συναισθημάτων, συνών. κρύος, αζύγωτος, αμίλητος, αντών. γλυκομίλητος, ευπροσήγορος.
Ετυμολογία
< μτγν. παγερός
Παράγωγα
παγερότητα.
Επιρρήματα
παγερά [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παγερός», σ. 620. https://navalhistory.gr/lexiko/παγεροσ/