navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θερμός

θερμός¹

το, άκλ. ουσ.

δοχείο που διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία του περιεχομένου του.

Ετυμολογία

< αγγλ. thermos ή γερμ. Thermos flask (εμπορική επωνυμία) < αρχ. θερμός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θερμός», σ. 356. https://navalhistory.gr/lexiko/θερμοσ/