ζεστός
-ή, -ό, επίθ.
- θερμός
- εμπύρετος
- (μτφ.) έντονος, ζωηρός, φιλικός.
Ετυμολογία
< μτγν. ζεστός [= καυτός] < αρχ. ζέω [= βράζω].
Επιρρήματα
ζεστά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζεστός», σ. 326. https://navalhistory.gr/lexiko/ζεστοσ/