navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζεστός

ζεστός

-ή, -ό, επίθ.

  1. θερμός
  2. εμπύρετος
  3. (μτφ.) έντονος, ζωηρός, φιλικός.

Ετυμολογία

< μτγν. ζεστός [= καυτός] < αρχ. ζέω [= βράζω].

Επιρρήματα

ζεστά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζεστός», σ. 326. https://navalhistory.gr/lexiko/ζεστοσ/