navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οψοθήκη

οψοθήκη

η, ουσ.

αποθηκευτική κατασκευή για την φύλαξη τροφίμων, οψοφυλάκιο, κοινώς: δισπέντσα.

Ετυμολογία

< αρχ. ὄψον [= 1. το μαγειρεμένο κρέας σε αντίθεση προς το ψωμί και τις άλλες προμήθειες, 2. οτιδήποτε τρώγεται μαζί με ψωμί ή με το φαγητό, για να του δώσει άρωμα και γεύση, 3. καρύκευμα, σάλτσα, 4. (γενικότ.) λιχουδιά, 5. στην αρχ. Αθήνα, κυρίως, το ψάρι] (< ἕψω) + θήκη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οψοθήκη», σ. 619. https://navalhistory.gr/lexiko/οψοθηκη/