όψη
η, ουσ.
- βλέμμα, ματιά, μορφή
- η ορατή πλευρά ενός πράγματος, (φρ.) «οπίσθια / πλάγια / επιμήκης / πρόσθια όψη»,
- έκφραση του ανθρώπινου προσώπου
- ο τρόπος εξέτασης ενός αντικειμένου.
Ετυμολογία
< αρχ. ὄψις.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όψη», σ. 619. https://navalhistory.gr/lexiko/οψη/