navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › όψη

όψη

η, ουσ.

  1. βλέμμα, ματιά, μορφή
  2. η ορατή πλευρά ενός πράγματος, (φρ.) «οπίσθια / πλάγια / επιμήκης / πρόσθια όψη»,
  3. έκφραση του ανθρώπινου προσώπου
  4. ο τρόπος εξέτασης ενός αντικειμένου.

Ετυμολογία

< αρχ. ὄψις.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όψη», σ. 619. https://navalhistory.gr/lexiko/οψη/