navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οχεύς

οχεύς

ο, ουσ.

  1. κάθε πράγμα που συγκρατεί ή στερεώνει κάτι
  2. (αρχ.) α) ιμάντας περικεφαλαίας, β) μοχλός ή δοκός που χρησιμεύει ως σύρτης σε πόρτα, αμπάρα, γ) [πληθ.] οἱ ὀχεῑς, οι οίακες [< οἴαξ = τιμόνι, πηδάλιο] των πλοίων, δ) άξονας τροχού.

Ετυμολογία

< αρχ. ὀχεύς, γεν. -έως.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οχεύς», σ. 618. https://navalhistory.gr/lexiko/οχευσ/