οχεύς
ο, ουσ.
- κάθε πράγμα που συγκρατεί ή στερεώνει κάτι
- (αρχ.) α) ιμάντας περικεφαλαίας, β) μοχλός ή δοκός που χρησιμεύει ως σύρτης σε πόρτα, αμπάρα, γ) [πληθ.] οἱ ὀχεῑς, οι οίακες [< οἴαξ = τιμόνι, πηδάλιο] των πλοίων, δ) άξονας τροχού.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀχεύς, γεν. -έως.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οχεύς», σ. 618. https://navalhistory.gr/lexiko/οχευσ/