ούριος
-α, -ο, επίθ.
- (μετεωρ.) άνεμος ευνοϊκός προς την κατεύθυνση που ταξιδεύει το πλοίο, άνεμος που φυσά από την μεριά της πρύμνης [δηλ. από την ουρά] και ωθεί το σκάφος προς τα εμπρός, αλλιώς: πρίμος
- (μτφ.) το να επικρατούν ευνοϊκές συνθήκες σε υποθέσεις προσωπικές ή γενικότερου ενδιαφέροντος, (φρ.) «δεν υπάρχει ούριος άνεμος για όποιον δε γνωρίζει πού πηγαίνει», δηλ. είναι σημαντικό ο άνθρωπος να βάζει στόχους στη ζωή του [Σενέκας].
Ετυμολογία
< αρχ. οὔριος, -α, -ον και -ος, -ον < οὖρος, ὁ, [= ευνοϊκός, ούριος άνεμος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ούριος», σ. 618. https://navalhistory.gr/lexiko/ουριοσ/