ουριοδρομώ
ρ. [αμετβ.]
πλέω με ούριο άνεμο, με ευνοϊκό άνεμο, αρμενίζω πρίμα.
Ετυμολογία
< μτγν. οὐριοδρομῶ < αρχ. οὔριος + [αρχ.] δρομῶ, -άω, [= 1. τρέχω, 2. επισπεύδω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουριοδρομώ», σ. 618. https://navalhistory.gr/lexiko/ουριοδρομω/