ορμιά
η, ουσ.
- κάθε είδος κλωστής που είναι κατάλληλη για πετονιά στην άκρη της οποίας δένεται το αγκίστρι, συνών. αρμίδι, αρμιθιά, ορμίδι, ορμίθι, ορμιθιά
- η ίδια η πετονιά, το πεταχτάρι.
Ετυμολογία
< αρχ. ὁρμιά [= πετονιά από λινάρι ή τρίχα αλόγου].
Παράγωγα
ορμιάζω [= ψαρεύω με λεπτό αλιευτικό νήμα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορμιά», σ. 612. https://navalhistory.gr/lexiko/ορμια/