navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ορμιά

ορμιά

η, ουσ.

  1. κάθε είδος κλωστής που είναι κατάλληλη για πετονιά στην άκρη της οποίας δένεται το αγκίστρι, συνών. αρμίδι, αρμιθιά, ορμίδι, ορμίθι, ορμιθιά
  2. η ίδια η πετονιά, το πεταχτάρι.

Ετυμολογία

< αρχ. ὁρμιά [= πετονιά από λινάρι ή τρίχα αλόγου].

Παράγωγα

ορμιάζω [= ψαρεύω με λεπτό αλιευτικό νήμα].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορμιά», σ. 612. https://navalhistory.gr/lexiko/ορμια/