ορκωμοσία
η, ουσ. [μτγν.]
η διαδικασία με την οποία κάποιος ορκίζεται δίνοντας επίσημο όρκο, συνών. ορκοδοσία.
Ετυμολογία
< μτγν. ὁρκωμοσία < ὁρκωμότης < ὅρκος + ὄμνυμι [= ορκίζομαι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορκωμοσία», σ. 612. https://navalhistory.gr/lexiko/ορκωμοσια/