navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › όρκος

όρκος

ο, ουσ.

  1. υπόσχεση ή ένορκη διαβεβαίωση, με επίκληση του θεού ή κάποιου αγίου ή ενός ιερού αντικειμένου, την οποία διατυπώνει ένα άτομο για να ενισχύσει την εγκυρότητα των λεγομένων ή των πράξεών του
  2. επίσημο κείμενο, στο οποίο αναφέρονται οι βασικές αρχές ή το πλαίσιο των εργασιακών καθηκόντων, το οποίο προτείνεται στον υποψήφιο υπάλληλο ως θεμελιώδη συμφωνία μεταξύ των δύο μερών.

Ετυμολογία

< αρχ. ὅρκος.

Παράγωγα

ορκίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όρκος», σ. 612. https://navalhistory.gr/lexiko/ορκοσ/