οπισθοβατικός
ή, -ό, επίθ.
αυτός που έχει την τάση να βαδίζει προς τα πίσω, (φρ.) «οπισθοβατική κίνηση».
Ετυμολογία
< οπισθοβάτης + [καταλ.] -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπισθοβατικός», σ. 607. https://navalhistory.gr/lexiko/οπισθοβατικοσ/