όπισθεν
επίρρ.
- [τοπικό] πίσω, αντών. έμπροσθεν, (φρ.) «όπισθεν ολοταχώς», ναυτικό παράγγελμα του καπετάνιου προς τον μηχανικό του για κίνηση του σκάφους προς τα πίσω, με την πρύμνη
- (μηχανολ.) [ως ουσ.] η όπισθεν, ειδική θέση του μοχλού ταχυτήτων σε όχημα που καθορίζει την κίνηση προς τα πίσω.
Ετυμολογία
< αρχ. ὄπισθεν.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όπισθεν», σ. 607. https://navalhistory.gr/lexiko/οπισθεν/