οπισθοδρόμηση
η, ουσ.
- κίνηση προς τα πίσω, συνών. οπισθοχώρηση, υποχώρηση, οπισθοβασία, πισωδρόμηση, πισωδρόμισμα
- (μτφ.) έλλειψη προοδευτικότητας, παρακμή.
Ετυμολογία
< οπισθοδρομη- (< οπισθο-δρομώ) - σις > -ση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπισθοδρόμηση», σ. 607. https://navalhistory.gr/lexiko/οπισθοδρομηση/