ομοιογενής
-ής, -ές, επίθ. [αρχ.]
- αυτός που ανήκει στο ίδιο γένος ή είδος με άλλον, που έχει την ίδια καταγωγή, τους ίδιους σκοπούς κ.λπ. αντών. ετερογενής, ανομοιογενής
- αυτός που αποτελείται από όμοια στοιχεία.
Ετυμολογία
<
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ομοιογενής», σ. 603. https://navalhistory.gr/lexiko/ομοιογενησ/