ογκόμετρο
το, ουσ.
(φυσ.) όργανο με το οποίο προσδιορίζουμε τον όγκο ή την πυκνότητα των στερεών σωμάτων.
Ετυμολογία
< όγκ(ος) -ο- + μέτρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ογκόμετρο», σ. 595. https://navalhistory.gr/lexiko/ογκομετρο/