navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νόμισμα

νόμισμα

το, ουσ.

  1. το χρήμα, σε μορφή κέρματος ή χαρτιού – χαρτονομίσματος, ως μέσο συναλλαγής σε εμπορικές πράξεις ή ως μέσο ανταλλαγής, συνών. μπαγκανότα, μονέδα, τραπεζογραμμάτιο
  2. η βασική νομισματική μονάδα μιας χώρας
  3. (φρ.) «χρυσό / ασημένιο / χάλκινο / αρχαίο / μεσαιωνικό / ρωμαϊκό / σκληρό / τυχερό / πλαστό / νόμιμο / άυλο / ψηφιακό / κίβδηλο / παραχαραγμένο / σύγχρονο / μεταλλικό νόμισμα».

Ετυμολογία

< αρχ. νόμισμα.

Σύνθετα

νομισματικός, νομισματοδέκτης, νομισματοκοπείο, νομισματολόγος, νομισματοπώλης, νομισματολογία, νομισματοκόπος, νομισματοθήκη.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νόμισμα», σ. 579. https://navalhistory.gr/lexiko/νομισμα/