νόμισμα
το, ουσ.
- το χρήμα, σε μορφή κέρματος ή χαρτιού – χαρτονομίσματος, ως μέσο συναλλαγής σε εμπορικές πράξεις ή ως μέσο ανταλλαγής, συνών. μπαγκανότα, μονέδα, τραπεζογραμμάτιο
- η βασική νομισματική μονάδα μιας χώρας
- (φρ.) «χρυσό / ασημένιο / χάλκινο / αρχαίο / μεσαιωνικό / ρωμαϊκό / σκληρό / τυχερό / πλαστό / νόμιμο / άυλο / ψηφιακό / κίβδηλο / παραχαραγμένο / σύγχρονο / μεταλλικό νόμισμα».
Ετυμολογία
< αρχ. νόμισμα.
Σύνθετα
νομισματικός, νομισματοδέκτης, νομισματοκοπείο, νομισματολόγος, νομισματοπώλης, νομισματολογία, νομισματοκόπος, νομισματοθήκη.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νόμισμα», σ. 579. https://navalhistory.gr/lexiko/νομισμα/